To Trip-hop είναι μουσικό είδος γνωστό και ως ήχος του Μπρίστολ. Ο όρος trip-hop περιγράφει ουσιαστικά ένα είδος αργόσυρτης ηλεκτρονικής μουσικής της δεκαετίας του 1990 που ξεπήδησε από το αγγλικό hip hop και τη σκηνή του house. Συχνά αυτό, απορρίπτεται από τους καλλιτέχνες του συγκεκριμένου μουσικού ρεύματος. Έχει επίσης περιγραφεί ως η εναλλακτική επιλογή της Ευρώπης για το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '90 και πάντρεμα του Χιπ χοπ και της ηλεκτρονικής μουσικής σε βαθμό που κανένα από τα δύο είδη δεν είναι αναγνωρίσιμο στο νέο μείγμα[1]. Κατηγοριοποιείται συνεπώς ως πειραματικό είδος με στοιχεία ενίοτε του Dance.
Ως μουσική ορίζεται η τέχνη που βασίζεται στην οργάνωση ήχων με σκοπό τη σύνθεση, εκτέλεση και ακρόαση/λήψη ενός μουσικού έργου. Με τον όρο εννοείται επίσης και το σύνολο ήχων από το οποίο απαρτίζεται ένα μουσικό κομμάτι.
Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013
Μουσικά Είδη:Τζαζ Pt2
Εξάπλωση
Η διάδοση της τζαζ μουσικής στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη μετανάστευση ή τις περιοδείες πολλών έγχρωμων και μη μουσικών. Οι μουσικοί της Νέας Ορλεάνης είχαν αρχίσει να περιοδεύουν σε ολόκληρη την Αμερική από πολύ νωρίς και σε κάθε τόπο αποτελούσαν ερέθισμα για τους ντόποιους μουσικούς, γεγονός που βοήθησε σημαντικά στην ανάπτυξη και εξέλιξη της τζαζ.
Η ανακάλυψη του γραμμοφώνου συντέλεσε επίσης αποφασιστικά στην εξάπλωση του νέου μουσικού είδους. Ο πρώτος τζαζ δίσκος ηχογραφήθηκε το1917 από την ορχήστρα Original Dixieland Jass Band. Οι δίσκοι της "λευκής" αυτής ορχήστρας προκάλεσαν αίσθηση -- αν και κατατάσσονται από πολλούς σε ένα είδος "νόθας" τζαζ, εμπλουτισμένης με εμπορικά μουσικά στοιχεία -- και λειτούργησαν ως το ορόσημο της λεγόμενης "εποχής της τζαζ". Παράλληλα, η μεγάλη αύξηση του έγχρωμου πληθυσμού στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση του αποκαλούμενου race record, δηλαδή του δίσκου γραμμοφώνου που προοριζόταν αποκλειστικά για το "μαύρο" κοινό, στον οποίο οφείλεται η βασική ακουστική πληροφόρηση για την πρώιμη τζαζ. Χάρη στην αξιοσημείωτη ανάπτυξη αυτής της ειδικής αγοράς, πολλοί μαύροι καλλιτέχνες είχαν τη δυνατότητα να ηχογραφήσουν αν και η τζαζ δεν περιορίστηκε στις ειδικές αυτές σειρές.
Η εμφάνιση του ραδιοφώνου στις αρχές της δεκαετίας του 1920 είχε επίσης συμβολή στη διάδοση της τζαζ. Ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός στην Αμερική ξεκίνησε να εκπέμπει το 1922 στο Πίτσμπουργκ. Στη δεκαετία του 1920 η τζαζ είχε πλέον διαμορφωθεί σε πανεθνικό αμερικανικό μουσικό ιδίωμα, ενώ στα τέλη της κάνουν την εμφάνισή τους και ευρωπαϊκά μουσικά συγκροτήματα.
Αυτοσχεδιασμός στη τζαζ
Ορισμός
Η ανακάλυψη του γραμμοφώνου συντέλεσε επίσης αποφασιστικά στην εξάπλωση του νέου μουσικού είδους. Ο πρώτος τζαζ δίσκος ηχογραφήθηκε το1917 από την ορχήστρα Original Dixieland Jass Band. Οι δίσκοι της "λευκής" αυτής ορχήστρας προκάλεσαν αίσθηση -- αν και κατατάσσονται από πολλούς σε ένα είδος "νόθας" τζαζ, εμπλουτισμένης με εμπορικά μουσικά στοιχεία -- και λειτούργησαν ως το ορόσημο της λεγόμενης "εποχής της τζαζ". Παράλληλα, η μεγάλη αύξηση του έγχρωμου πληθυσμού στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση του αποκαλούμενου race record, δηλαδή του δίσκου γραμμοφώνου που προοριζόταν αποκλειστικά για το "μαύρο" κοινό, στον οποίο οφείλεται η βασική ακουστική πληροφόρηση για την πρώιμη τζαζ. Χάρη στην αξιοσημείωτη ανάπτυξη αυτής της ειδικής αγοράς, πολλοί μαύροι καλλιτέχνες είχαν τη δυνατότητα να ηχογραφήσουν αν και η τζαζ δεν περιορίστηκε στις ειδικές αυτές σειρές.
Η εμφάνιση του ραδιοφώνου στις αρχές της δεκαετίας του 1920 είχε επίσης συμβολή στη διάδοση της τζαζ. Ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός στην Αμερική ξεκίνησε να εκπέμπει το 1922 στο Πίτσμπουργκ. Στη δεκαετία του 1920 η τζαζ είχε πλέον διαμορφωθεί σε πανεθνικό αμερικανικό μουσικό ιδίωμα, ενώ στα τέλη της κάνουν την εμφάνισή τους και ευρωπαϊκά μουσικά συγκροτήματα.
Αυτοσχεδιασμός στη τζαζ
Ορισμός
Ο αυτοσχεδιασμός με έναν απλό τρόπο, ορίζεται ως η μη προσχεδιασμένη δημιουργία. Η ανάγκη του ανθρώπου για αυτοσχεδιασμό, είναι σίγουρα συνυφασμένη με την ανάγκη για έκφραση και την έμφυτη δημιουργικότητά του. Σε όλες τις εποχές συναντάμε τον αυτοσχεδιασμό σε ποικίλες εκδηλώσεις, από την κατασκευή ενός τραγουδιού μέχρι και την δημιουργία μιας τεχνικής κατασκευής.
Αν και πολλοί πιστεύουν πως ο μουσικός αυτοσχεδιασμός είναι ιδίωμα της παραδοσιακής μουσικής διαφόρων χωρών και από τις σημερινές μουσικές κυρίως της τζαζ, στην πραγματικότητα και στην εποχή ακόμα της φορμαρισμένης "κλασικής" μουσικής, η ανάγκη για αυτοσχεδιασμό υπήρξε και εκδηλωνόταν. Η "Κατέντσα" ενός Κοντσέρτου για παράδειγμα, το σημείο δηλ. όπου ο μουσικός σε μια παύση της ορχήστρας, αναλάμβανε να παίξει ένα δύσκολο και εντυπωσιακό μέρος επιδεικνύοντας ταυτόχρονα τις δεξιοτεχνικές ικανότητές του, ήταν εξ ολοκλήρου αυτοσχεδιασμένη. Σήμερα βέβαια κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, αφού οι κατέντσες είναι από πριν γραμμένες και απομνημονευμένες. Επίσης η "Φαντασία", η μουσική αυτή μορφή που ξεκινά από τον 16ο αιώνα, έχει καθαρά χαρακτήρα αυτοσχεδιαστικό ενώ σπουδαίοι συνθέτες και εκτελεστές όπως οι Μπαχ, Μότσαρτ, Μπετόβεν, Λιστ και άλλοι, ήταν και μεγάλοι δεξιοτέχνες του αυτοσχεδιασμού.
Βεβαίως, για να μπορέσει σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο αυτοσχεδιασμός να αναχθεί σε τέχνη είναι απαραίτητο να υπάρξει ένα σύστημα άσκησης των αυτοσχεδιαστικών ικανοτήτων.
Αν και πολλοί πιστεύουν πως ο μουσικός αυτοσχεδιασμός είναι ιδίωμα της παραδοσιακής μουσικής διαφόρων χωρών και από τις σημερινές μουσικές κυρίως της τζαζ, στην πραγματικότητα και στην εποχή ακόμα της φορμαρισμένης "κλασικής" μουσικής, η ανάγκη για αυτοσχεδιασμό υπήρξε και εκδηλωνόταν. Η "Κατέντσα" ενός Κοντσέρτου για παράδειγμα, το σημείο δηλ. όπου ο μουσικός σε μια παύση της ορχήστρας, αναλάμβανε να παίξει ένα δύσκολο και εντυπωσιακό μέρος επιδεικνύοντας ταυτόχρονα τις δεξιοτεχνικές ικανότητές του, ήταν εξ ολοκλήρου αυτοσχεδιασμένη. Σήμερα βέβαια κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, αφού οι κατέντσες είναι από πριν γραμμένες και απομνημονευμένες. Επίσης η "Φαντασία", η μουσική αυτή μορφή που ξεκινά από τον 16ο αιώνα, έχει καθαρά χαρακτήρα αυτοσχεδιαστικό ενώ σπουδαίοι συνθέτες και εκτελεστές όπως οι Μπαχ, Μότσαρτ, Μπετόβεν, Λιστ και άλλοι, ήταν και μεγάλοι δεξιοτέχνες του αυτοσχεδιασμού.
Βεβαίως, για να μπορέσει σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο αυτοσχεδιασμός να αναχθεί σε τέχνη είναι απαραίτητο να υπάρξει ένα σύστημα άσκησης των αυτοσχεδιαστικών ικανοτήτων.
Η προσέγγιση του τζαζ αυτοσχεδιασμού
Καταρχάς κάθε επιπέδου μουσικός είναι ικανός για αυτοσχεδιασμό με αποτελέσματα βέβαια ανάλογα του επιπέδου σπουδών και εξάσκησής του. Αυτή η βεβαιότητα είναι και το πρώτο βήμα προσέγγισης στον τζαζ αυτοσχεδιασμό, καθώς συχνά, η ομορφιά και δεξιοτεχνία των εκτελέσεων από τους μεγάλους δημιουργούς της τζαζ, δημιουργεί την αίσθηση ότι πρόκειται για κάτι απρόσιτο σε κάποιον που δεν έχει αυτό το «χάρισμα». Στην πραγματικότητα, το μυστικό που κρύβεται πίσω από όλους τους σημαντικούς μουσικούς που έμειναν στην ιστορία, είναι εκτός από το ταλέντο, η πολύ σκληρή και επίπονη δουλειά επάνω στο μουσικό τους όργανο.
Ο μεγάλος σαξοφωνίστας της Bebop , Τσάρλι Πάρκερ (Charlie Parker 1920-1954) γνωστός και ως Bird, είχε πει ότι πριν αποφασίσει να εμφανιστεί στο ευρύ κοινό, μελετούσε καθημερινά 11 έως 15 ώρες επί 4 ολόκληρα χρόνια. Εάν λοιπόν η μελέτη είναι κάτι απαραίτητο για μουσικούς αυτού του μεγέθους, πόσο μάλλον ισχύει το ίδιο για τον κάθε επίδοξο μουσικό της τζαζ.
Ο μεγάλος σαξοφωνίστας της Bebop , Τσάρλι Πάρκερ (Charlie Parker 1920-1954) γνωστός και ως Bird, είχε πει ότι πριν αποφασίσει να εμφανιστεί στο ευρύ κοινό, μελετούσε καθημερινά 11 έως 15 ώρες επί 4 ολόκληρα χρόνια. Εάν λοιπόν η μελέτη είναι κάτι απαραίτητο για μουσικούς αυτού του μεγέθους, πόσο μάλλον ισχύει το ίδιο για τον κάθε επίδοξο μουσικό της τζαζ.
Οι προϋποθέσεις
Τρία απαραίτητα στοιχεία χρειάζονται σε κάθε μουσικό που επιθυμεί να προσεγγίσει τον τζαζ αυτοσχεδιασμό.
- Επιθυμία και επιμονή
Καθώς η διαρκής εξάσκηση στα διάφορα αντικείμενα, η επιμονή στη διόρθωση των λαθών και η κούραση μπορεί να αποτελέσουν αιτίες για εγκατάλειψη της προσπάθειας.
- Ακούσματα τζαζ μουσικής από ηχογραφήσεις ή και ζωντανές εμφανίσεις
Η τζαζ μουσική από τότε που ξεκίνησε, περιέχει στοιχεία που είναι δύσκολο να καταγραφούν με τη μουσική σημειογραφία στο χαρτί.
Η έκφραση, οι χρωματισμοί, οι τονισμοί, ο τρόπος που ξεκινά και τελειώνει ένα αυτοσχεδιαστικό μέρος, είναι πράγματα που πολύ λίγο αποτυπώνονται στη σημειογραφία της τζαζ και περισσότερο αποτελούν στοιχεία που ο μουσικός μαθαίνει μέσα από την ακουστική επαφή του με τη μουσική αυτή.
Η τζαζ μουσική από τη φύση της δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την πλήρη καταγραφή της όπως ένα έργο της "Κλασικής" μουσικής, αφού έτσι θα πάψει να είναι αυτοσχεδιαστική και θα χάσει την ελευθερία προσαρμογής της, στην προσωπικότητα του εκτελεστή. Άλλωστε, εκατοντάδες διάσημα κομμάτια της τζαζ, έχουν παιχτεί από τον κάθε μουσικό σύμφωνα με την μουσική προσωπικότητά του και τη διάθεση της στιγμής.
- Μέθοδο μελέτης
Το "τί" θα μελετήσει και το "πώς" θα μελετήσει ο μουσικός, είναι ένα σπουδαίο κεφάλαιο στον δρόμο για την επίτευξη του στόχου που είναι ο δημιουργικός αυτοσχεδιασμός.
Ένας προγραμματισμός είναι απαραίτητος και θα γίνει ανάλογα με το διαθέσιμο για μελέτη χρόνο.
Τα αντικείμενα είναι πολλά και ο χρόνος θα πρέπει να μοιραστεί ανάλογα, δίνοντας έμφαση στα σημεία που ο μουσικός υστερεί περισσότερο.
Μουσικά Είδη:Τζαζ Pt1
Με τον όρο τζαζ αναφερόμαστε στο μουσικό είδος που αποτέλεσε εξέλιξη της λαϊκής αμερικανικής μουσικής κατά τον 19ο αιώνα, με αφρικανικές καταβολές. Περιλαμβάνει αρκετά μουσικά είδη που στηρίχτηκαν σε ένα κοινό σκεπτικό κατασκευής, τον μερικό ή και ολικό αυτοσχεδιασμό.
Γνώρισε σημαντική ανάπτυξη και διεθνή αναγνωρισιμότητα κατά τη δεκαετία του 1920.
Γνώρισε σημαντική ανάπτυξη και διεθνή αναγνωρισιμότητα κατά τη δεκαετία του 1920.
Ορισμός
Αν και υπάρχει μεγάλη δυσκολία να οριστεί η Τζαζ στο σύνολό της, ένας ορισμός που διευκρινίζει εν μέρει το περιεχόμενό της είναι ότι πρόκειται για μία μουσική στην οποία ο μουσικός εκτελεί μελωδικές παραλλαγές πάνω σε μία δεδομένη αρμονική βάση και αυτό σε διάλογο με τον ρυθμικό παλμό.
Βέβαια, από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και μετά, όταν η αβάν γκαρντ της τζαζ απέρριψε το προκαθορισμένο αρμονικό πρότυπο, ο ορισμός αυτός δεν θεωρείται επαρκής για όλα τα είδη της Τζαζ.
Ένας σημαντικός συνθέτης και πιανίστας της Τζαζ, ο Τελόνιους Μονκ (Thelonious Monk, 1917-1982) είχε πει:
"Η Τζαζ είναι Ελευθερία".
Και πράγματι, ο αυξημένος βαθμός αυτοσχεδιασμού που περικλείει το είδος αυτό σε κάθε συστατικό της μουσικής (Μελωδία, Αρμονία, Ρυθμό) μας επιβεβαιώνει το βασικό αυτό πλαίσιο της μουσικής Τζαζ. Εάν στα παραπάνω χαρακτηριστικά προσθέσουμε ότι, αντικειμενικός στόχος κάθε μουσικού της Τζαζ είναι να απελευθερώσει τις μουσικές ιδέες που έχει στο μυαλό του και να τις παίξει στο μουσικό του όργανο ή να τις τραγουδήσει, τότε η έκφραση αυτή του Τελόνιους Μονκ γίνεται ακόμα πιο συγκεκριμένη. Ο μουσικός της τζαζ, ασκείται επίπονα σε γνωστά συστατικά στοιχεία της μουσικής, κοινά για κάθε μουσικό είδος όπως οι Κλίμακες, οι Συγχορδίες, η Μελωδία, ο Ρυθμός, η Αρμονία, ώστε να είναι σε θέση, οι μελωδίες που ακούει με το μυαλό του να κατευθύνουν τα δάχτυλά του, σε μια πραγματικά προσωπική έκφραση, σε ένα διάλογο με τον εαυτό του, τους μουσικούς που τον συνοδεύουν και με το κοινό.
Βέβαια, από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και μετά, όταν η αβάν γκαρντ της τζαζ απέρριψε το προκαθορισμένο αρμονικό πρότυπο, ο ορισμός αυτός δεν θεωρείται επαρκής για όλα τα είδη της Τζαζ.
Ένας σημαντικός συνθέτης και πιανίστας της Τζαζ, ο Τελόνιους Μονκ (Thelonious Monk, 1917-1982) είχε πει:
"Η Τζαζ είναι Ελευθερία".
Και πράγματι, ο αυξημένος βαθμός αυτοσχεδιασμού που περικλείει το είδος αυτό σε κάθε συστατικό της μουσικής (Μελωδία, Αρμονία, Ρυθμό) μας επιβεβαιώνει το βασικό αυτό πλαίσιο της μουσικής Τζαζ. Εάν στα παραπάνω χαρακτηριστικά προσθέσουμε ότι, αντικειμενικός στόχος κάθε μουσικού της Τζαζ είναι να απελευθερώσει τις μουσικές ιδέες που έχει στο μυαλό του και να τις παίξει στο μουσικό του όργανο ή να τις τραγουδήσει, τότε η έκφραση αυτή του Τελόνιους Μονκ γίνεται ακόμα πιο συγκεκριμένη. Ο μουσικός της τζαζ, ασκείται επίπονα σε γνωστά συστατικά στοιχεία της μουσικής, κοινά για κάθε μουσικό είδος όπως οι Κλίμακες, οι Συγχορδίες, η Μελωδία, ο Ρυθμός, η Αρμονία, ώστε να είναι σε θέση, οι μελωδίες που ακούει με το μυαλό του να κατευθύνουν τα δάχτυλά του, σε μια πραγματικά προσωπική έκφραση, σε ένα διάλογο με τον εαυτό του, τους μουσικούς που τον συνοδεύουν και με το κοινό.
Ετυμολογία
Η ετυμολογία της λέξης τζαζ παραμένει ανεξιχνίαστη παρόλο που κατά καιρούς επικράτησαν διάφορες γνώμες. Σύμφωνα με μια εκδοχή, η τζαζ πήρε το όνομά της από τον χορευτή Τζάζμπο Μπράουν ενώ μια άλλη υποστηρίζει πως η ονομασία τζαζ προέρχεται από τη συντόμευση του ονόματος κάποιου μουσικού Τσάρλς (Charles, chas, jass, jazz) ή Τζάσπερ.
Λέγεται, επίσης, ότι η λέξη τζαζ σχηματίστηκε από το γαλλικό ρήμα jaser (οι λευκοί της Νέας Ορλεάνης μιλούσαν τότε γαλλικά) που σημαίνει φλυαρώ, επειδή η φλυαρία υπονοεί τον αυτοσχεδιασμό..
Λέγεται, επίσης, ότι η λέξη τζαζ σχηματίστηκε από το γαλλικό ρήμα jaser (οι λευκοί της Νέας Ορλεάνης μιλούσαν τότε γαλλικά) που σημαίνει φλυαρώ, επειδή η φλυαρία υπονοεί τον αυτοσχεδιασμό..
Χαρακτηριστικά γνωρίσματα
Μπορούμε να συνοψίσουμε κάποια βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του τζαζ είδους, τα οποία αν και δεν ορίζουν απόλυτα την τζαζ, βοηθούν σημαντικά στην αναγνώριση της:
- Η τζαζ παρουσιάζει ιδιομορφίες σε σχέση με την Ευρωπαϊκή μουσική, καθώς δεν χρησιμοποιεί μόνο τις βασικές κλίμακες τηςΕυρωπαϊκής μουσικής δηλ. μείζονες και ελάσσονες (σύστημα που αντικατέστησε τον 17ο αιώνα τους Εκκλησιαστικούς Τρόπους τηςΔυτικής Εκκλησιαστικής Μουσικής), αλλά και πολλές άλλες κλίμακες με προέλευση από την Αφρική και αλλού, που χρησιμοποιούνται σε μίξη με τις ευρωπαϊκές αρμονίες. Συχνά οι μουσικοί της Τζαζ, τη στιγμή του αυτοσχεδιασμού, σκέφτονται και επιλέγουν νότες με βάση τις κλίμακες που αποδίδουν καλύτερα το αρμονικό πλαίσιο μιας συγχορδίας. Έτσι, καθώς οι συγχορδίες που χρησιμοποιούνται στην τζαζ είναι συχνά έντονα διάφωνες (7ης, 9ης, 11ης, 13ης, αυξημένες, ελαττωμένες, κλπ.), πολλές από τις κλίμακες περιέχουν επίσης διάφωνες νότες σε διάφορα σημεία της κλίμακας ώστε να αποδίδουν καλύτερα το αρμονικό υπόβαθρο της συνοδείας.
- Η τζαζ στηρίζεται βαθύτατα σε ένα ακόμα αφρικανικό στοιχείο, το ρυθμό, ο οποίος αποτελεί θεμελιώδες συστατικό της καθώς οργανώνει τη μουσική. Οι ρυθμοί της τζαζ μουσικής είναι περισσότερο σύνθετοι και με συνεχείς παραλλαγές που εναλλάσσονται, συνήθως δύο ή τεσσάρων τετάρτων.
- Στη τζαζ μουσική, ο ήχος των μουσικών οργάνων αλλά και η φωνή, χρησιμοποιούνται με έναν ξεχωριστό τρόπο. Το ιδιαίτερο "χρώμα" του τζαζ ήχου, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανορθόδοξη τεχνική παιξίματος από τους πρώτους και αυτοδίδακτους μουσικούς της. Κύριο χαρακτηριστικό της τζαζ είναι πως τα όργανα χρησιμοποιούνται σαν ανθρώπινες φωνές.
- Η τζαζ έχει διαμορφώσει ειδικές μουσικές φόρμες και ένα ιδιαίτερο ρεπερτόριο. Οι δύο βασικές φόρμες που χρησιμοποιεί είναι τομπλουζ (ένα κύριο θέμα, κατά κανόνα δώδεκα μέτρων) και η μπαλάντα (τυποποιημένο είδος συνήθως 32 μέτρων).
- Κυρίαρχο στοιχείο της τζαζ είναι ακόμα οι ίδιοι οι οργανοπαίκτες και οι προσωπικοί αυτοσχεδιασμοί τους πάνω στο κυρίως μουσικό θέμα. Η σύνθεση στην τζαζ είναι κατά κανόνα απλή για ενορχήστρωση και διάφορες παραλλαγές στα πλαίσια του ατομικού ή ομαδικού αυτοσχεδιασμού.
Ιστορία της τζαζΠροϊστορία
Η τζαζ εμφανίστηκε ως αναγνωρίσιμο και ξεχωριστό μουσικό είδος περίπου το1900. Πριν από αυτή τη χρονιά εκτείνεται η προϊστορία της, το χρονικό διάστημα δηλαδή κατά το οποίο συγχωνεύτηκαν όλα τα μουσικά αλλά και κοινωνικά συστατικά της. Για την περίοδο αυτή δεν υπάρχουν πολύ σημαντικές μαρτυρίες.
Θεωρείται δεδομένο πως οι καταβολές της τζαζ μουσικής είναι αφρικανικές. Οι έγχρωμοι σκλάβοι, οι οποίοι, προερχόμενοι κατά κύριο λόγο από τη Δυτική Αφρική, μεταφέρθηκαν στο Νότο των Ηνωμένων Πολιτειών, μετέφεραν μέρος των παραδόσεων τους, μεταξύ των οποίων κυρίως λατρευτικά έθιμα αλλά και μουσικά αφρικανικά χαρακτηριστικά, όπως η ρυθμική πολυπλοκότητα και οι αφηρημένες μουσικές κλίμακες. Μεταφέρθηκαν ακόμα ορισμένα είδη τραγουδιού, καθώς και μουσικές φόρμες όπως η πολυφωνία και οαυτοσχεδιασμός.
Στην Αμερική εκείνης της εποχής, καθαρές μορφές αφρικάνικης μουσικής συναντάμε ως επί το πλείστον στην τελετουργική ή θρησκευτική μουσική και στα λαϊκά τραγούδια όπως τα αποκαλούμενα χόλερς. Από αρκετά νωρίς ωστόσο, η μαύρη μουσική έρχεται σε μίξη με "λευκά" στοιχεία και η γέννηση της τζαζ αποτέλεσε τελικά προϊόν αυτής της πρόσμιξης. Στην πραγματικότητα, η τζαζ γεννήθηκε στο σταυροδρόμι της ισπανικής, της γαλλικής και της αγγλοσαξονικής πολιτισμικής παράδοσης. Όλα αυτά τα μουσικά ιδιώματα αναμείχθηκαν και η μαύρη λαϊκή μουσική εξελίχθηκε μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, με την ανάπτυξη παράλληλα τουμπλουζ τραγουδιού αλλά και την εξέλιξη των περισσότερων θρησκευτικών σπιρίτσουαλς (spirituals).
Στο τέλος του 19ου αιώνα, όλες οι διαφορετικές προσμίξεις φαίνεται πως έφτασαν στο σημείο της δημιουργίας του πρώτου αναγνωρίσιμου τζαζ είδους, του ράγκταϊμ (ragtime). Το ράγκταϊμ ήταν κυρίως μουσική με συνοδεία πιάνου και με χαρακτηριστικό συγκοπτόμενο ρυθμό. Περίπου στα 1900, το ράγκταϊμ αφομοιώθηκε από ένα άλλο μουσικό είδος, το Τιν Παν Άλι. Αυτή η διαδικασία συνεχίστηκε σε όλη τη μετέπειτα εξέλιξη της τζαζ, δηλαδή κάποιο πρωτογενές στιλ τζαζ να ενσωματώνεται στην βιομηχανία της ελαφριάς μουσικής.
Γενέτειρα της τζαζ μουσικής θεωρείται συνήθως η Νέα Ορλεάνη. Αν και οι διάφορες προσμίξεις των ευρωπαϊκών και αφρικανικών στοιχείων γέννησαν διαφορετικές μουσικές φόρμες σε πολλά σημεία της αμερικανικής ηπείρου, η Νέα Ορλεάνη διεκδικεί περισσότερο από κάθε άλλη πόλη τον τίτλο αυτό, κυρίως διότι εκεί η τζαζ ορχήστρα αποτέλεσε μαζικό φαινόμενο, γεγονός που αποτυπώνεται και στην ύπαρξη τουλάχιστον τριάντα ορχηστρών στις αρχές του 1900. Επιπλέον αποτέλεσε τον τόπο γέννησης και δράσης πολλών τζαζ μουσικών, ήδη από το 1870. Η Νέα Ορλεάνη αποτελούσε παράλληλα την μοναδική μεγαλούπολη του αμερικανικού Νότου, αστικό κέντρο, εξαγωγικό λιμάνι αλλά και πρωτεύουσα των φυτειών του Δέλτα του Μισσισιπή. Υποστηρίζεται ακόμα πως το μουσικό είδος που αναπτύχθηκε στη Νέα Ορλεάνη ήταν το πρώτο που έλαβε την ονομασία τζαζ (jazz, νωρίτερα συναντάται και ο όρος jass).
Αξίζει να σημειωθεί πως η ανάπτυξη της τζαζ μουσικής στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα δεν υπήρξε τυχαία ή ανεξάρτητη, καθώς σε αυτή τη χρονική περίοδο σημειώθηκαν πολλές επαναστάσεις στις λαϊκές τέχνες. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε το αγγλικό μιούζικ χολ που φθάνει στο απόγειο του το 1880, το γαλλικό καμπαρέ καθώς και το ανδαλουσιανό φλαμένκο, που έκανε την εμφάνιση του περίπου το 1870 στην Ισπανία.
Μουσικά Είδη:Σόουλ
Η σόουλ (soul) είναι ένα μουσικό είδος,[1] [2] [3] το οποίο συνδυάζει το R&B,[2] [3] τηνγκόσπελ[1] [2] [3] και τη σπιρίτσουαλ,[3] σε χορευτικές φόρμες. Από τη σόουλ προέρχονται η ντίσκο, η ποπ και το χιπ χοπ.[2] Σημαντικότερος προάγγελος του μουσικού αυτού είδους θεωρείται ο Ρέι Τσαρλς, ενώ οι γνωστότεροι μουσικοί της είναι οι Τζέιμς Μπράουν,[2] [3] Ότις Ρέντινγκ, Αρίθα Φράνκλιν, Ουΐλσον Πίκετ, Αλ Γκριν, Στίβι Ουώντερ, Σμόκυ Ρόμπινσον,Μάρβιν Γκέυ.[1] [3] και Amy Winehouse
Ιστορία
Η σόουλ δημιουργήθηκε από τη συγχώνευση της γκόσπελ,[1] [2] [3] του R&B,[2] [3] της σπιρίτσουαλ[3]και της doo-woop μουσικής.[1] Οι πρώτοι σόουλ μουσικοί (λίγο μετά από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο), καινοτομώντας, μετέτρεψαν, ουσιαστικά, τη γκόσπελ, σε μια πιο κοσμική μορφή τέχνης,[1]με δυνατά φωνητικά και χρήση χάλκινων πνευστών μουσικών οργάνων.[3] Ωστόσο, η άμεση εξάρτησή της από τις ικανότητες των ενορχηστρωτών, οδήγησε στη μετατροπή της, από ένα είδος που κινείτο με γνώμονα τα φωνητικά, σε ένα που βασιζόταν στους μουσικούς και τους ήχους των οργάνων τους. Ο τερματισμός της άμεσης εξάρτησης της σόουλ από τα φωνητικά έλαβε χώρα, κυρίως, σε Νέα Υόρκη,Μέμφις, Ντιτρόιτ και Φιλαδέλφεια, λόγω των ιδρύσεων των δισκογραφικών εταιρειών Atlantic (1947),Stax (1959), Tamla Motown (1959) και International (1971), αντίστοιχα. Στη Νέα Υόρκη, πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε ο παραγωγός και κριτικός Τζέρρυ Ουέξλερ, ο οποίος ανακάλυψε την Αρίθα Φράνκλιν. Παρ' όλα αυτά, τo κίνημα της σόουλ υποστηριζόταν και από πολλούς λευκούς, οι οποίοι, παρά τα στερεότυπα της εποχής, δε θεωρούσαν την αφρικανική κουλτούρα κακή ή εξευτελιστική, αλλά απλώς διαφορετική, σε αντίθεση με τους περισσότερους, κάτι στο οποίο είχε βοηθήσει και η τζαζ, μαζί με τα κοινωνικά και πολιτικά της επιτεύγματα. Αρχικά, αποτελούσε τη μουσική που άκουγαν οι νέοι μαύροι στις γιορτές και τις συναθροίσεις τους. Όταν, όμως, τα κινήματα υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων των μαύρων, άρχισαν να γιγαντώνονται, η σόουλ έγινε ένα από τα σύμβολα συσπείρωσής τους. Αν και το μουσικό αυτό είδος, δεν είχε πολιτικό χαρακτήρα, η άνοδός του, τό βοήθησε στο να αντιπροσωπεύσει μια από τις πρώτες και σημαντικότερες επιτυχίες των κινημάτων αυτών. Έτσι, υιοθετήθηκαν πολλά στοιχεία από το ροκ εν ρολ, όπως, η προσωπική έκφραση και η πολιτική εξέγερση. Καθώς, λοιπόν, και το μπλουζ έχανε την αίγλη του, η σόουλ εισήγαγε ένα νέο στυλ, στο οποίο η κομψότητα του χορού έπαιζε το σημαντικότερο ρόλο. Κατά τη δεκαετία του '70, το φαινόμενο της σόουλ άρχισε να χάνεται, λόγω της ανόδου της φανκ και της εμφάνισης της ντίσκο μουσικής. Παρ' όλα αυτά, την επόμενη δεκαετία ήλθε μια έμμεση αναβίωσή της, με την άνοδο του χιπ χοπ. Λίγα χρόνια μετά, η σόουλ έμοιαζε να αναγεννιέται, όταν το είδος της urban soul έκανε την εμφάνισή του και κυριάρχησε στα μουσικά δρώμενα.
Ιστορία
Η σόουλ δημιουργήθηκε από τη συγχώνευση της γκόσπελ,[1] [2] [3] του R&B,[2] [3] της σπιρίτσουαλ[3]και της doo-woop μουσικής.[1] Οι πρώτοι σόουλ μουσικοί (λίγο μετά από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο), καινοτομώντας, μετέτρεψαν, ουσιαστικά, τη γκόσπελ, σε μια πιο κοσμική μορφή τέχνης,[1]με δυνατά φωνητικά και χρήση χάλκινων πνευστών μουσικών οργάνων.[3] Ωστόσο, η άμεση εξάρτησή της από τις ικανότητες των ενορχηστρωτών, οδήγησε στη μετατροπή της, από ένα είδος που κινείτο με γνώμονα τα φωνητικά, σε ένα που βασιζόταν στους μουσικούς και τους ήχους των οργάνων τους. Ο τερματισμός της άμεσης εξάρτησης της σόουλ από τα φωνητικά έλαβε χώρα, κυρίως, σε Νέα Υόρκη,Μέμφις, Ντιτρόιτ και Φιλαδέλφεια, λόγω των ιδρύσεων των δισκογραφικών εταιρειών Atlantic (1947),Stax (1959), Tamla Motown (1959) και International (1971), αντίστοιχα. Στη Νέα Υόρκη, πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε ο παραγωγός και κριτικός Τζέρρυ Ουέξλερ, ο οποίος ανακάλυψε την Αρίθα Φράνκλιν. Παρ' όλα αυτά, τo κίνημα της σόουλ υποστηριζόταν και από πολλούς λευκούς, οι οποίοι, παρά τα στερεότυπα της εποχής, δε θεωρούσαν την αφρικανική κουλτούρα κακή ή εξευτελιστική, αλλά απλώς διαφορετική, σε αντίθεση με τους περισσότερους, κάτι στο οποίο είχε βοηθήσει και η τζαζ, μαζί με τα κοινωνικά και πολιτικά της επιτεύγματα. Αρχικά, αποτελούσε τη μουσική που άκουγαν οι νέοι μαύροι στις γιορτές και τις συναθροίσεις τους. Όταν, όμως, τα κινήματα υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων των μαύρων, άρχισαν να γιγαντώνονται, η σόουλ έγινε ένα από τα σύμβολα συσπείρωσής τους. Αν και το μουσικό αυτό είδος, δεν είχε πολιτικό χαρακτήρα, η άνοδός του, τό βοήθησε στο να αντιπροσωπεύσει μια από τις πρώτες και σημαντικότερες επιτυχίες των κινημάτων αυτών. Έτσι, υιοθετήθηκαν πολλά στοιχεία από το ροκ εν ρολ, όπως, η προσωπική έκφραση και η πολιτική εξέγερση. Καθώς, λοιπόν, και το μπλουζ έχανε την αίγλη του, η σόουλ εισήγαγε ένα νέο στυλ, στο οποίο η κομψότητα του χορού έπαιζε το σημαντικότερο ρόλο. Κατά τη δεκαετία του '70, το φαινόμενο της σόουλ άρχισε να χάνεται, λόγω της ανόδου της φανκ και της εμφάνισης της ντίσκο μουσικής. Παρ' όλα αυτά, την επόμενη δεκαετία ήλθε μια έμμεση αναβίωσή της, με την άνοδο του χιπ χοπ. Λίγα χρόνια μετά, η σόουλ έμοιαζε να αναγεννιέται, όταν το είδος της urban soul έκανε την εμφάνισή του και κυριάρχησε στα μουσικά δρώμενα.
Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013
Μουσικά Είδη:Ροκ Μουσική:Το Hard Rock, το Glam Metal και το Instrumental Rock
Το Heavy Metal άρχισε να πέφτει στην αφάνεια στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Κάποια συγκροτήματα όπως οι AC/DC διατήρησαν το μεγάλο κοινό τους και είχαν κάποιες επιτυχίες στο ευρύ κοινό, όπως οι Blue Öyster Cult με το "Don't Fear the Reaper". Οι κριτικοί δεν έδειχναν ιδιαίτερη συμπάθεια προς το είδος, όμως αυτό άλλαξε το 1978, με την κυκλοφορία του ομώνυμου ντεμπούτου των Van Halenκαι με την κυκλοφορία του σηματοδοτήθηκε η έναρξη μιας εποχής σκληρού και γρήγορου ροκ, με πρωτεύουσα το Λος Άντζελες της Καλιφόρνια.
Ένα είδος της ροκ που είχε μεγάλη απήχηση τη δεκαετία του 1980 ήταν το γκλαμ μέταλ (glam metal). Με επιρροή την παρουσία καλλιτεχνών όπως οι Aerosmith, ο Alice Cooper, οι Sweet και οι New York Dolls, εμφανίστηκαν οι πρώτες γκλαμ μέταλ μπάντες, μερικές εκ των οποίων ήταν οι Mötley Crüe, οι W.A.S.P. και οι Ratt. Έγιναν γνωστοί για τον ακόλαστο τρόπο ζωής, το "ξυμένο" χτένισμα των μαλλιών και για τη χρήση μακιγιάζ σε συνδυασμό με έξαλλο ντύσιμο. Τα τραγούδια τους ήταν στομφώδη, επιθετικά με εριστική αρρενωπότητα, ενώ η στιχουργική θεματολογία επικεντρωνόταν στο σεξ, στις οινοποσίες, στα ναρκωτικά και ενίοτε στον αποκρυφισμό.
Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η φόρμουλα που αναπτύχθηκε για τα άλμπουμ των συγκροτημάτων του γκλαμ μέταλ ήταν η ύπαρξη μιας μπαλάντας (power ballad) (με σχετικά αργό, χορευτικό ρυθμό) και ενός κομματιού με έντονο ρυθμό και ευκολομνημόνευτη μελωδία. Το 1987, οι Guns N' Roses, έκαναν το ντεμπούτο τους με τίτλο Appetite for Destruction. Το άλμπουμ αυτό σημείωσε τεράστιο αριθμό πωλήσεων και η μπάντα συνέχισε την επιτυχία της μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Το οργανικό ροκ (Instrumental rock) έγινε επίσης δημοφιλές εκείνη την περίοδο με την κυκλοφορία του Surfing with the Alien από τονJoe Satriani. Πολλοί κιθαρίστες της Χέβι Μέταλ που θεωρούνταν βιρτουόζοι, κυκλοφόρησαν προσωπικούς δίσκους πέρα από τα συγκροτήματα στα οποία συμμετείχαν. Με αυτόν τον τρόπο, κιθαρίστες όπως ο George Lynch, ο Steve Vai, ο Yngwie Malmsteen και οSteve Morse συνέβαλαν στην ανάπτυξη του είδους.
Ένα είδος της ροκ που είχε μεγάλη απήχηση τη δεκαετία του 1980 ήταν το γκλαμ μέταλ (glam metal). Με επιρροή την παρουσία καλλιτεχνών όπως οι Aerosmith, ο Alice Cooper, οι Sweet και οι New York Dolls, εμφανίστηκαν οι πρώτες γκλαμ μέταλ μπάντες, μερικές εκ των οποίων ήταν οι Mötley Crüe, οι W.A.S.P. και οι Ratt. Έγιναν γνωστοί για τον ακόλαστο τρόπο ζωής, το "ξυμένο" χτένισμα των μαλλιών και για τη χρήση μακιγιάζ σε συνδυασμό με έξαλλο ντύσιμο. Τα τραγούδια τους ήταν στομφώδη, επιθετικά με εριστική αρρενωπότητα, ενώ η στιχουργική θεματολογία επικεντρωνόταν στο σεξ, στις οινοποσίες, στα ναρκωτικά και ενίοτε στον αποκρυφισμό.
Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η φόρμουλα που αναπτύχθηκε για τα άλμπουμ των συγκροτημάτων του γκλαμ μέταλ ήταν η ύπαρξη μιας μπαλάντας (power ballad) (με σχετικά αργό, χορευτικό ρυθμό) και ενός κομματιού με έντονο ρυθμό και ευκολομνημόνευτη μελωδία. Το 1987, οι Guns N' Roses, έκαναν το ντεμπούτο τους με τίτλο Appetite for Destruction. Το άλμπουμ αυτό σημείωσε τεράστιο αριθμό πωλήσεων και η μπάντα συνέχισε την επιτυχία της μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Το οργανικό ροκ (Instrumental rock) έγινε επίσης δημοφιλές εκείνη την περίοδο με την κυκλοφορία του Surfing with the Alien από τονJoe Satriani. Πολλοί κιθαρίστες της Χέβι Μέταλ που θεωρούνταν βιρτουόζοι, κυκλοφόρησαν προσωπικούς δίσκους πέρα από τα συγκροτήματα στα οποία συμμετείχαν. Με αυτόν τον τρόπο, κιθαρίστες όπως ο George Lynch, ο Steve Vai, ο Yngwie Malmsteen και οSteve Morse συνέβαλαν στην ανάπτυξη του είδους.
Μουσικά Είδη:Ροκ Μουσική:Το New Wave και το Post-punk
Το πανκ ροκ προσέλκυε το πιστό κοινό του κυρίως από τον καλλιτεχνικό και κολεγιακό κόσμο και σύντομα μπάντες που προωθούσαν μία περισσότερο καλλιτεχνική προσέγγιση όπως οι Talking Heads και οι Devo έκαναν την εμφάνισή τους. Σε μερικούς κύκλους ξεκίνησε να χρησιμοποιείται ο όρος New Wave (νιου γουέιβ), για να διαχωρίσει αυτές τις μπάντες που δεν ήταν ξεκάθαρα πανκ.
Αν και το πανκ ροκ ήταν ένα κοινωνικό και μουσικό φαινόμενο δεν συγκέντρωσε πολλά από άποψη δισκογραφικών πωλήσεων (μικρές ειδικευμένες εταιρίες ήταν αυτές που κυρίως προωθούσαν το είδος μέχρι τότε) ή από την άποψη του ραδιοφωνικού χρόνου που του αφιέρωναν οι σταθμοί, αφού αυτός αναλωνόταν κυρίως σε είδη όπως η ντίσκο και το λεγόμενο AOR (που προήλθε από το κλασικό ροκ και εισήγαγε μεταξύ ραδιοφωνικών παραγωγών την τάση να προβάλλουν κομμάτια από άλμπουμ και όχι από σινγκλ όπως συνηθιζόταν). Στελέχη των δισκογραφικών εταιριών που είχαν εκπλαγεί με την πορεία του πανκ κινήματος και αναγνώριζαν τη δυναμική του New Wave ξεκίνησαν να φτιάχνουν συμβόλαια σε πολλές μπάντες που εμφανίζονταν να έχουν σχέση με το πανκ ή το νιου γουέιβ. Πολλά από αυτά τα συγκροτήματα όπως οι Cars και οι Go Go's, ήταν στην ουσία ποπ σχήματα με New Wave εμφάνιση. Άλλοι, όπως οι Police και οι Pretenders, κατάφεραν να εκμεταλλευτούν την ώθηση που πήραν από το New Wave και να κάνουν επιτυχημένες και καλλιτεχνικά επαινετές καριέρες.
Ανάμεσα στο 1982 και το 1985, επηρεασμένο από τους Kraftwerk και τον Gary Numan, το New Wave ακολούθησε synth popκατεύθυνση με το υποείδος που χαρακτήριζε τα συγκροτήματα ως New Romantics. Εμφανίστηκαν μπάντες όπως οι Duran Duran, A Flock of Seagulls, Psychedelic Furs, Talk Talk και Eurythmics στις οποίες το συνθεσάιζερ αντικατέστησε πλήρως άλλα όργανα. Αυτή η περίοδος συνέπεσε με την άνοδο του MTV και οδήγησε σε μεγάλη προβολή αυτού του υποείδους του synth pop. Μερικά συγκροτήματα της ροκ προσάρμοσαν το ύφος τους και κέρδισαν προβολή στο MTV, αλλά γενικά το ροκ που βασιζόταν στις κιθάρες παρήκμασε. Αν και πολλές συλλογές New Wave, περιέχουν τραγούδια από την εποχή αυτή, ο όρος New Wave αναφέρεται περισσότερο σε παλιότερες μπάντες ροκ, όπως οι Knack και οι Blondie.
Το post-punk, ήταν και αυτό ένα είδος που εξελίχθηκε από το punk rock. Αν και μερικές φορές τα όρια του με το New Wave είναι δυσδιάκριτα, το post-punk θεωρείται γενικά πιο απαιτητικό, καλλιτεχνίζον και εξευγενισμένο. Το κίνημα ξεκίνησε στην ουσία με το ντεμπούτο των Public Image Ltd. το 1978, που δημιουργήθηκαν από τον τραγουδιστή των Sex Pistols, John Lydon (ή Rotten) και αργότερα ακολουθήθηκε από συγκροτήματα όπως οι Joy Division, Siouxsie & the Banshees, The Fall, Gang of Four και Echo & the Bunnymen. Ήταν κυρίως Βρετανικό φαινόμενο και συνέχισε κατά τη δεκαετία του 1980 με μικρή προβολή στην άλλη άκρη τουΑτλαντικού. Η πιο επιτυχημένη μπάντα που ξεκίνησε από το post-punk είναι ενδεχομένως οι Ιρλανδοί U2, που από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, θεωρούνται από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα παγκοσμίως.
Αν και το πανκ ροκ ήταν ένα κοινωνικό και μουσικό φαινόμενο δεν συγκέντρωσε πολλά από άποψη δισκογραφικών πωλήσεων (μικρές ειδικευμένες εταιρίες ήταν αυτές που κυρίως προωθούσαν το είδος μέχρι τότε) ή από την άποψη του ραδιοφωνικού χρόνου που του αφιέρωναν οι σταθμοί, αφού αυτός αναλωνόταν κυρίως σε είδη όπως η ντίσκο και το λεγόμενο AOR (που προήλθε από το κλασικό ροκ και εισήγαγε μεταξύ ραδιοφωνικών παραγωγών την τάση να προβάλλουν κομμάτια από άλμπουμ και όχι από σινγκλ όπως συνηθιζόταν). Στελέχη των δισκογραφικών εταιριών που είχαν εκπλαγεί με την πορεία του πανκ κινήματος και αναγνώριζαν τη δυναμική του New Wave ξεκίνησαν να φτιάχνουν συμβόλαια σε πολλές μπάντες που εμφανίζονταν να έχουν σχέση με το πανκ ή το νιου γουέιβ. Πολλά από αυτά τα συγκροτήματα όπως οι Cars και οι Go Go's, ήταν στην ουσία ποπ σχήματα με New Wave εμφάνιση. Άλλοι, όπως οι Police και οι Pretenders, κατάφεραν να εκμεταλλευτούν την ώθηση που πήραν από το New Wave και να κάνουν επιτυχημένες και καλλιτεχνικά επαινετές καριέρες.
Ανάμεσα στο 1982 και το 1985, επηρεασμένο από τους Kraftwerk και τον Gary Numan, το New Wave ακολούθησε synth popκατεύθυνση με το υποείδος που χαρακτήριζε τα συγκροτήματα ως New Romantics. Εμφανίστηκαν μπάντες όπως οι Duran Duran, A Flock of Seagulls, Psychedelic Furs, Talk Talk και Eurythmics στις οποίες το συνθεσάιζερ αντικατέστησε πλήρως άλλα όργανα. Αυτή η περίοδος συνέπεσε με την άνοδο του MTV και οδήγησε σε μεγάλη προβολή αυτού του υποείδους του synth pop. Μερικά συγκροτήματα της ροκ προσάρμοσαν το ύφος τους και κέρδισαν προβολή στο MTV, αλλά γενικά το ροκ που βασιζόταν στις κιθάρες παρήκμασε. Αν και πολλές συλλογές New Wave, περιέχουν τραγούδια από την εποχή αυτή, ο όρος New Wave αναφέρεται περισσότερο σε παλιότερες μπάντες ροκ, όπως οι Knack και οι Blondie.
Το post-punk, ήταν και αυτό ένα είδος που εξελίχθηκε από το punk rock. Αν και μερικές φορές τα όρια του με το New Wave είναι δυσδιάκριτα, το post-punk θεωρείται γενικά πιο απαιτητικό, καλλιτεχνίζον και εξευγενισμένο. Το κίνημα ξεκίνησε στην ουσία με το ντεμπούτο των Public Image Ltd. το 1978, που δημιουργήθηκαν από τον τραγουδιστή των Sex Pistols, John Lydon (ή Rotten) και αργότερα ακολουθήθηκε από συγκροτήματα όπως οι Joy Division, Siouxsie & the Banshees, The Fall, Gang of Four και Echo & the Bunnymen. Ήταν κυρίως Βρετανικό φαινόμενο και συνέχισε κατά τη δεκαετία του 1980 με μικρή προβολή στην άλλη άκρη τουΑτλαντικού. Η πιο επιτυχημένη μπάντα που ξεκίνησε από το post-punk είναι ενδεχομένως οι Ιρλανδοί U2, που από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, θεωρούνται από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα παγκοσμίως.
Μουσικά Είδη:Ροκ Μουσική:Το Punk Rock
Το punk rock (πανκ ροκ), ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 με μουσικούς που ακολούθησαν τη δομή των τραγουδιών και τις απλές ενορχηστρώσεις που είχαν χρησιμοποιήσει οι καλλιτέχνες του garage rock [4]. Οι μουσικοί του πανκ ροκ, αποστασιοποιήθηκαν από τις ακριβές παραγωγές των δίσκων της ντίσκο και από την εμπορευματοποίηση του progressive rock που γινόταν σταδιακά arena rock. Στο πανκ ροκ, η μουσική παιδεία δεν ήταν υποχρεωτική, ωστόσο και αρκετοί μουσικοί της με σχετική παιδεία εσκεμμένα δεν χρησιμοποιούσαν τις μουσικές τους γνώσεις. Τα περισσότερα κομμάτια ήταν υπεραπλουστευμένα στην ανάπτυξή τους, σε τρεις συγχορδίες που δεν έδιναν πάντα από μόνες τους τον τόνο του κομματιού, αλλά αυτός παρουσιαζόταν από τη μελωδία της φωνής. Ιδεολογικά, πολλές μπάντες της υποκουλτούρας του πανκ ροκ, είχαν ως στόχο την αντίδραση στον πολιτικό ιδεαλισμό και την κατάρριψη του μύθου των χίπις [5]. Πολλές φορές οι καλλιτέχνες του είδους υιοθετούσαν μια μηδενιστική ιδεολογική προσέγγιση που συνοψίζεται από το σλόγκαν των Sex Pistols "no future" (χωρίς μέλλον).
Το punk rock ξεκίνησε σαν αισθητικό κίνημα στις ΗΠΑ με καλλιτέχνες όπως οι Richard Hell and The Voidoids, Television, Πάττι Σμιθ,The Ramones, Talking Heads και άλλες μπάντες που εμφανίζονταν στο μουσικό κλαμπ CBGB στο Μανχάτταν της Νέας Υόρκης. ΟιRamones συνέβαλαν ουσιαστικά στην εδραίωση του κινήματος του πανκ ροκ απλοποιώντας τη μουσική και χρησιμοποιώντας στίχους χωρίς πολιτική χροιά, παίζοντας εξίσου δυνατά με τα υπόλοιπα μέλη της σκηνής. Το πανκ ροκ έγινε δημοφιλές και στη Βρετανία με τουςThe Damned και τους Sex Pistols. Οι τελευταίοι με προκλητικά ψευδώνυμα όπως "Johnny Rotten" και "Sid Vicious" (ελεύθερη μετάφραση "Τζόνι Σάπιος" και " Σιντ Κακος") προσπάθησαν να απορρίψουν κάθε κατεστημένο στην Αγγλία. Αν και το BBC δεν επέτρεψε τη μετάδοση των κομματιών τους, ο δίσκος τους Never Mind the Bollocks, Here's the Sex Pistols έφτασε στην πρώτη θέση των τσαρτς στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με την παρουσία τους, άνοιξε ο δρόμος για άλλες μπάντες που έδιναν έμφαση σε στίχο παρόμοιας θεματολογίας, όπως οι Clash, των οποίων οι στίχοι ήταν περισσότερο πολιτικοποιημένοι, παρά μηδενιστικοί. Η παρουσία των Sex Pistols στις ΗΠΑ έδωσε ώθηση στο κίνημα που είχαν προηγούμενα διαδώσει οι Ramones και ενώ μέχρι τότε η σκηνή εστιαζόταν στην Ανατολική ακτή της χώρας, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, μπάντες από την Καλιφόρνια όπως οι οι Dead Kennedys, οιMinutemen και οι Black Flag και αργότερα οι Green Day έγιναν περισσότερο γνωστές.
Μουσικά Είδη:Ροκ Μουσική:Η Μουσική Ντίσκο
Ενώ η μουσική Funk (φανκ) αποτελούσε τμήμα της ροκ εντ ρολ σκηνής στις αρχές της δεκαετίας του 1970, τελικά έδωσε χώρο σε πιο εύπεπτα τραγούδια με χορευτικό ρυθμό. Το είδος της disco (ντίσκο) ξεκίνησε από σχήματα και καλλιτέχνες όπως οι Donna Summer,K.C. and the Sunshine Band, MFSB, The Three Degrees, The O'Jays, Barry White, Gloria Gaynor, CHIC, The Trammps και άλλους. Ξαφνικά πολλές επιτυχίες των τσαρτς είχαν χορευτικό ρυθμό ντίσκο και οι ντισκοτέκ (οι χώροι διασκέδασης με μουσική ντίσκο κυρίως), που ήταν δημοφιλείς στην Ευρώπη, κέρδισαν έδαφος και στις ΗΠΑ.
Ένα γκρουπ στενά συνδεδεμένο με την εποχή της ντίσκο ήταν οι Bee Gees, των οποίων η μουσική για την ταινία του 1977, με τίτλο Πυρετός το Σαββατόβραδο (Saturday Night Fever), σημάδεψε το απόγειο της εποχής. Πολλά γνωστά σχήματα της ροκ όπως οι Rolling Stones, ο Rod Stewart, οι Queen και οι Grateful Dead [3] χρησιμοποίησαν ρυθμούς ντίσκο στις κυκλοφορίες τους, ενώ πολλοί ροκ ραδιοφωνικοί σταθμοί ξεκίνησαν να εκπέμπουν πρόγραμμα ντίσκο.
Το τέλος της δεκαετίας του 1970, ξεκίνησε σταδιακά η πτώση της δημοτικότητας του είδους της ντίσκο, αφού για πολλούς η μαζική παραγωγή και εκμετάλλευση του δημοφιλούς είδους, είχε ως αποτέλεσμα την πτώση σε ποιότητα της μουσικής αυτής. Το κίνημα αντι-ντίσκο οδήγησε σε γεγονότα ενάντια στους ραδιοφωνικούς παραγωγούς και υποστηρικτές της ντίσκο με γνωστότερη ίσως τη "disco demolition night" (ελεύθερη μετάφραση: "Νύχτα κατεδάφισης ντίσκο") στις 12 Ιουλίου του 1979, που μια εκδήλωση του μπέιζμπολ στοΣικάγο μετατράπηκε σε μακελειό από μικροδιαδηλώσεις, με αφορμή την πυροδότηση μιας μικρής βόμβας στο κέντρο γηπέδου από τονSteve Dahl, ραδιοφωνικό παραγωγό που είχε απολυθεί από σταθμό που υιοθέτησε ντίσκο πρόγραμμα.
Οι αντιδράσεις οδήγησαν σε σταδιακή ανάκαμψη των πωλήσεων για τα άλμπουμ της ντίσκο, αλλά το είδος παρήκμασε μέχρι το 1980. Παρόλα αυτά, οι χορευτικοί ήχοι της ντίσκο παρέμειναν. Οι δίσκοι του είδους χρησιμοποιήθηκαν αρχικά σαν υπόβαθρο μουσικής για παρουσίαση του εκάστοτε εμφανιζόμενου DJ σε χώρους διασκέδασης. Οι παρουσιαστές, γνωστοί ως MC's (Masters of Ceremonies - Εμ σις), εξέλιξαν τον τρόπο παρουσίασης και τις μεθόδους που είχαν για να ξεσηκώσουν το κοινό και έτσι δημιουργήθηκε σταδιακά η μουσική χιπ χοπ - ραπ όπως την ξέρουμε σήμερα.
Ένα γκρουπ στενά συνδεδεμένο με την εποχή της ντίσκο ήταν οι Bee Gees, των οποίων η μουσική για την ταινία του 1977, με τίτλο Πυρετός το Σαββατόβραδο (Saturday Night Fever), σημάδεψε το απόγειο της εποχής. Πολλά γνωστά σχήματα της ροκ όπως οι Rolling Stones, ο Rod Stewart, οι Queen και οι Grateful Dead [3] χρησιμοποίησαν ρυθμούς ντίσκο στις κυκλοφορίες τους, ενώ πολλοί ροκ ραδιοφωνικοί σταθμοί ξεκίνησαν να εκπέμπουν πρόγραμμα ντίσκο.
Το τέλος της δεκαετίας του 1970, ξεκίνησε σταδιακά η πτώση της δημοτικότητας του είδους της ντίσκο, αφού για πολλούς η μαζική παραγωγή και εκμετάλλευση του δημοφιλούς είδους, είχε ως αποτέλεσμα την πτώση σε ποιότητα της μουσικής αυτής. Το κίνημα αντι-ντίσκο οδήγησε σε γεγονότα ενάντια στους ραδιοφωνικούς παραγωγούς και υποστηρικτές της ντίσκο με γνωστότερη ίσως τη "disco demolition night" (ελεύθερη μετάφραση: "Νύχτα κατεδάφισης ντίσκο") στις 12 Ιουλίου του 1979, που μια εκδήλωση του μπέιζμπολ στοΣικάγο μετατράπηκε σε μακελειό από μικροδιαδηλώσεις, με αφορμή την πυροδότηση μιας μικρής βόμβας στο κέντρο γηπέδου από τονSteve Dahl, ραδιοφωνικό παραγωγό που είχε απολυθεί από σταθμό που υιοθέτησε ντίσκο πρόγραμμα.
Οι αντιδράσεις οδήγησαν σε σταδιακή ανάκαμψη των πωλήσεων για τα άλμπουμ της ντίσκο, αλλά το είδος παρήκμασε μέχρι το 1980. Παρόλα αυτά, οι χορευτικοί ήχοι της ντίσκο παρέμειναν. Οι δίσκοι του είδους χρησιμοποιήθηκαν αρχικά σαν υπόβαθρο μουσικής για παρουσίαση του εκάστοτε εμφανιζόμενου DJ σε χώρους διασκέδασης. Οι παρουσιαστές, γνωστοί ως MC's (Masters of Ceremonies - Εμ σις), εξέλιξαν τον τρόπο παρουσίασης και τις μεθόδους που είχαν για να ξεσηκώσουν το κοινό και έτσι δημιουργήθηκε σταδιακά η μουσική χιπ χοπ - ραπ όπως την ξέρουμε σήμερα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)